Στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές αναλύεται διεξοδικά η έννοια της συγκατάθεσης όπως χρησιμοποιείται στον κανονισμό 2016/679, τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (εφεξής, «ΓΚΠΔ»). Η έννοια της συγκατάθεσης, όπως χρησιμοποιείται στην οδηγία για την προστασία δεδομένων (εφεξής, «οδηγία 95/46/ΕΚ») και στην οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, έχει εξελιχθεί. Στον ΓΚΠΔ διευκρινίζονται και προσδιορίζονται περαιτέρω οι απαιτήσεις όσον αφορά την εξασφάλιση και την απόδειξη έγκυρης συγκατάθεσης.

Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές επικεντρώνονται στις αλλαγές αυτές, παρέχοντας πρακτική καθοδήγηση για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τον ΓΚΠΔ και αναπτύσσοντας περαιτέρω τη γνώμη 15/2011 σχετικά με τη συγκατάθεση. Εναπόκειται στους υπεύθυνους επεξεργασίας να καινοτομήσουν και να βρουν νέες λύσεις που θα λειτουργούν εντός των παραμέτρων της νομοθεσίας και θα υποστηρίζουν καλύτερα την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και τα συμφέροντα των υποκειμένων των δεδομένων.

Η συγκατάθεση παραμένει μία από τις έξι βάσεις που καθιστούν σύννομη την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτές απαριθμούνται στο άρθρο 6 του ΓΚΠΔ1. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεδομένων αναλαμβάνει δραστηριότητες οι οποίες περιλαμβάνουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει πάντα να αφιερώνει χρόνο για να εντοπίσει τον κατάλληλο νόμιμο λόγο για την προβλεπόμενη επεξεργασία.